,

Παθήματα, γιατροὶ καὶ γιατρικὰ στοῦ Μακρυγιάννη τὰ γραφτά.
……….Ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν 23 του χρόνων ποὺ μυήθηκε στὴν Φιλικὴ Ἑταιρεία, ἔλαβε μέρος σὲ πολλὲς μάχες μὲ ἀφοβία, ἀνδρεία καὶ αὐτοθυσία. Στὴν μάχη τοῦ Πέτα, στὴν πολιορκία τῆς Ἄρτας, στὴν μάχη γιὰ τὴν ἅλωση τῆς Ὑπάτης, στὴν μάχη τῆς Βελίτσας, στὴν πολιορκία τοῦ Νεοκάστρου, στοὺς Μύλους τοῦ Ναυπλίου, στὴν ἅλωση καὶ τὴν πολιορκία τῆς Ἀκροπόλεως καὶ σὲ ὅλες τὶς μάχες ποὺ δόθηκαν στὶς γύρω θέσεις τοῦ στρατοπέδου στὸν Πειραιᾶ μὲ τὸν στρατὸ τοῦ Κιουταχῆ.
……….Σὲ μερικὲς ἀπὸ τὶς μάχες αὐτές, ὁ Μακρυγιάννης παρὰ λίγο νὰ χάσῃ τὴν ζωὴ του. Τραυματίστηκε πολλὲς φορὲς καὶ κέρδισε πληγὲς ποὺ τὸν βασάνισαν ὥς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.
……….(…) Στὶς 13 Ἰουνίου 1825, τραυματίστηκε σοβαρὰ στὸ δεξὶ χέρι ἀπὸ πυροβολισμὸ καὶ ὅπως περιγράφει ὁ ἴδιος: “Μόπεσε τὸ σπαθὶ ἀπὸ τὸ χέρι, δὲν βαστιέταν τὸ αἷμα, τύλιξα τὸ χέρι εἰς τὸ πουκάμισο νὰ μὴν ἰδοῦνε οἱ ἄνθρωποι.(…) Ὅμως ἡ πληγὴ μου πήγαινε κακά. Πρήστηκε τὸ χέρι μου καὶ γίνη τούμπανο. Γύρευαν νὰ μοῦ τὸ κόψουνε εἰς τὸν νῶμον οἱ γιατροὶ γιατὶ καγγραίνιασε, τριανταοκτώ μερόνυχτα δὲν ἔκλεισα μάτι….”.